Skip navigation

ΤΕΤΡΑΓΩΝΑ Α’

1.
Σαν µειδίαµα πονηρό που
µού ‘στειλες, έτσι και βασιλεύω.
Ελπιδοφόρος η αυγή, πανάθεµά την.
Δεν είναι η απόσταση που χωρίζει.
3.
Σαν φίλτρο του καφέ που
µού ‘δωσες, έτσι και αγναντεύω.
Είναι το µήνυµα απλό, πανάθεµά το.
Δεν είναι η σύµπλεξη που χωρίζει.
2.
Μικρά-µικρά τα µεγάλα
στριµώχνονται, έτσι και τα βγάζω.
Ένα κάτι, πανάθεµά το.
Δεν είναι η αναµονή που χωρίζει.

4.
Σαν ένα ψίχουλο
προσπάθειας, έτσι βολεύοµαι.
Αντίστροφα, πανάθεµά µε.
Δεν είναι η εύνοια που χωρίζει.

1

ΤΕΤΡΑΓΩΝΑ Β’

1.
Αυτά που λες και ξαναλές,
είναι τα όνειρά µου.
Μικρή η ντροπή, πανάθεµά την.
Είναι η τάφρος που δεν χωρίζει.

3.
Αισθάνοµαι, αισθάνοµαι,
έτσι αισθάνοµαι.
Κάτι χωρίζει;
Όχι φυσικά.

2.
Σαν τέφρα καπνοδόχου,
είναι τα πιστεύω µου.
Η κακιά η ώρα, ευλογηµένη…
Είναι η έκπληξη που δεν χωρίζει.

4.
Στηρίζοντας το τίποτα,
εσένα θέλω.
Στερέωµα µε τσόφλια, πανάθεµά µε.
Χαράµατα θάθελα νάναι…

Advertisements

6ηχα 1

Χαλασµένα συρτάρια φέγγουν
αφήνοντας αιχµές εναντίον µου.

Αποµηνάρια αιθάλης υπνοβατούν στο µυαλό σου
και…

Ρηγµένοι σοβάδες στρέφουν το βλέµµα σου
αλλάζοντας γεύση.

Σάλπισµα δύνης χαρίζεται.
Έτσι παρέχουν τα µύχια της ψυχής σου.

Στολισµένες κεραίες κουβαλούν τα δώρα σου
σπέρνοντας κούραση.

Κι αν έτσι συµβαίνει, τότε…

6ηχα 2

Σου όφειλαν ό,τι κι ό,τι·
παρένθεση µέσα µου.

Πήρες, είδες, ώριµα·
ποτάµι.

Κασέλες οδηγούν τον ιστό σου·
καθρέφτες άνοιξαν.

Ακτινοβολούσαν τα εναύσµατα·
εκτόπισµα.

Έτσι συµβαίνει, αλλά…

Πυρετός ατέρµονης λιακάδας
σφίγγει το µυαλό µου· έρχοµαι
και κιτρινίζουν οι ιδέες.

Κουδουνίζουν στα νώτα µου
φυσαλίδες· πετώ στα σύννεφα
και γεύοµαι πλήξη.

Ωραιότατα!

Πάγος κουρνιάζει στο είναι µου
και απαντούν τα βότσαλα
χωρίς περιστροφές.

Ραγίζουν τα νοήµατα
στην άβυσο που µούπες·
ολοσχερής καταστροφή.

Ωραιότατα!

Καλπάζων ωκεανός πλήττει
την έρπουσα κατάσταση
και άρχεται συµβόλων.

Ωχριούν και τα τιναγµένα παπλώµατα
χωρίς την πρέπουσα αιτία·
παλινδρόµηση.

Ωραιότατα!

Φέγγει χωρίς αιτία η ανάµνηση
και γίνεται άπειρο.
Ζωοφόρος η ζωή αντιστέκεται.

Ελπίζουν στα τέλεια προσόντα
µιάς αµιγούς αποκάλυψης
και συµβαδίζουν.

Ωραιότατα!

Αλλά…
ή 5ηχα 1

Ευκαιρίες ανατέλουσας παρακµής
κόντεψαν γέρνοντας πάνω µου.
Καλύτερα έτσι, αλλά…

Μούστειλες όνειρα θερινού σινεµα
καταλήγοντας στο περίπου αύριο
της κατάφωτης πλήξης.

Χορός παράνοµης ακµής
φώλιαζε στη χούφτα µου
αφήνοντας κάτι, αλλά…

Μου κάρφωσες την υπεροχή
πηγαίνοντας σε κάτι απρόσµενα βαθύ
της χρωµατιστής ανίας.

Πράξη κορυφαίας έκπληξης
ζάρωνε στα µάτια µου
σπέρνοντας το ότι, αλλά…

Αλλά…
ή 5ηχα 2

Σανίδες σωτηρίας λύγισαν
βαρύνοντας το πέπλο της σιωπής.
Χειρότερα έτσι, αλλά…

Έδωσες θραύσµατα πάγου
ορίζοντας το αόριστο
του πελώριου όποτε.

Παγίδες πυκνής ανοµίας
έταζαν στο πέρας µου
πέρνοντας κάτι, αλλά…

Μου πήρες το ίνδαλµα
χαρίζοντας εναέριες ακροβασίες
του καλοκαµωµένου υβίσκου.

Εικόνα ανυπόφορης ευτυχίας
έζωνε τα πάντα µου
στρώνοντας πάχνη, αλλά…

Χωρίς περιουσία αποδυναµώθηκαν τα χέλια
και υστέρησα στην άνοιξη.

Σαν υπολογισµός αντιστέκεται το µέσα σου
υποφέροντας τις αλλαγές των ανίδεων.

Συρφετοί ανίερων αλλαλαγµών
προσφέρουν προστασία στην εµβέλεια.

Αντήχηση!

Δακρύζοντας οι έννοιες υποφέρουν
καλλιεργώντας το τίποτε.

Επεξεργασία!

Ουρλιαχτά αλεξικέραυνων καταρρακώνουν το µέσα µου
παίζοντας µε την άνοιξη, τις έννοιες, το τίποτε.

Ευδαιµονία!

Συµφέροντα κυρίαρχα ρίγησαν
παρουσιάζοντας εικόνα –ποιά;

Ήλπιζα στην άγνοια του καθόλου
προσφέροντας βότανα ίασης
στην µακάβρια ουλή.

Τίποτε!

Κάθε φορά έγερνες στο πλάι
κοιτάζοντας το κάπου µε βουληµία
χωρίς ντροπή.

Τίποτε!

Απαντούσα στις αναπάντεχες προκλήσεις
δίνοντας µέρος του εγώ µου
στα βάσανα της µέρας.

Τίποτε!

Εξηγούσες το κάτι µε πείσµα
αλλάζοντας δεµάτια συµπάθειας
µε κραυγές.

Τίποτε!

Περίµενα την συνάντηση στο συν
αντικρύζοντας διθύραµβους του όχλου
στις στάλες της δρυός.

Τίποτε!

Δεν σταµατούσες την ενδόµυχη προσµονή
βάζοντας όρια στο πουθενά
µε γέλια.

Τίποτε!

Σκορπίζοντας στο άπειρο τις ευνοϊκές συνθήκες
κανόνισαν την συγκατάβαση των προσδοκιών.

Κουβαλούσες µέσα σου ολότελα την παύση
και έπερνες παρέες σαν µιά κλωστή αστραπής.

Σκαλίζοντας τα νιάτα στην βαµένη άµµο
έπαιρναν σκουπίδια λαχταρώντας την θλίψη.

Πήγαινες αβίαστα µαυρίζοντας ψυχές –συντρίµια-
και γυάλιζες νούφαρα σαν πέτρες τιµωρίας.

Ορκίζοντας το ανοιχτό –εύηχο- στις βραδυνές ανάσες
πούλησαν τις καλύτερες ευχές µίσους.

Απορούσες ακατάπαυστα στην άκρη του ενίοτε
και πότιζες σύννεφα σαν βοήθεια ονείρου.

Αγγίζοντας τα όρια της ελλιπούς τρέλας
δοκίµασα την αντανάκλαση της ανάσας σου.

Σκόρπιζες τον άνεµο της υπέρογκης αγανάκτησης παντού
δίνοντας ελάσµατα οδύνης στα φουσκωµένα ποτάµια.

Περιφέροντας όγκους ανάρµοστης υποχωρητικότητας
έσκασα την χαραυγή των ορατών πόθων σου.

Στηλίτευες λανθάνουσες υποτείνουσες αναστεναγµών
προσφέροντας ήπιες καταστάσεις στα έννοµα χαράµατα.

Κατατροπώνοντας την ιερή κατακραυγή
αντίκρυσα τον φάρο των καλλίγραµµων πλάνων σου.

Έστελνες µηνύµατα ανείπωτης αναταραχής
κουβαλώντας ακόµη τα τελειωτικά χτυπήµατα πάθους.

Προστίθενται οι µνήµες δίνοντας πτώσεις
αλλεπάληλλων µουδιασµάτων έµψυχων όντων.

Ε! και;

Εξελίσσεται το όνειρο και γίνεται εφιάλτης
µαύρα, µαύρα, µαύρα…

Ε! και;

Κραδαίνοντας πάπυρο ευτυχούς αναζήτησης
σπάζουν τα όρια ευχής-κατάρας.

Ε! και;

Έτσι πορεύεται η άγρια άνεση
κορυφωµένων ανίατων επιπτώσεων.

Ε! και;

Κι’ αν ξέφυγες των πτώσεων
έρριξες την µοίρα στο µηδέν
χωρίζοντας το αχώριστο.

Ε! και;

Κι’ αν ήπιες τον εφιάλτη ως το µεδούλι
πήδηξες µέτρα ανελλιπούς παραφοράς.

Ε! και;

Κι’ αν ευτύχησε η αναζήτηση
έσµπρωξες τα πάντα στα ξέφωτα
καλύπτοντας το ακάλυπτο.

Έτσι δεν χωρίζεται τίποτα·
τίποτ’ άλλο που δεν αγγίζεται.

Ε! και;

Λυγισµένα σύννεφα σµπρώχνουν τα λόγια σου·
θάρρος απίστευτο ξεχύνεται ολόγυρα
σκάβοντας το αύριο δειλά-δειλά.
Καταγεγραµµένα, λιτά, παριστάνουν τις σκέψεις σου·
πίστη ακράδαντη ορθώνεται παντού
τσακίζοντας ό, τι νάναι έτσι κι έτσι.

Σκόνες άµµου θυµώνουν την σκέψη σου·
όρκος µέγας θαµπώνεται πάραυτα
γεµίζοντας την άπνοια όπως κι όπως.
Θολές, σκούρες, ολισθαίνουν στα όσα σου·
σπονδή µελιστάλακτη φέγγει πότε-πότε
χαράζοντας αστεία κάπως-κάπως.

Περιγραφόµενες ιδέες σκουριάζουν την ύπαρξή σου·
δόνηση τέλεια αρµενίζει περίχαρις
δέρνοντας συρφετούς ανάµειξης.
Πυκτές, υποφερτές, χαραµίζουν τα λόγια σου·
κορύφωση τέλεια γκρεµίζεται, -αν και που;-
προσφέροντας έστω κάτι, έστω κάτι.

Χαρισµένες ανάσες πάγωναν
και γίνονταν συσπάσεις µυών.
Εξ αποστάσεως χαρίζονταν σπαράγµατα
και άγγιζαν απορίες.

Χορευτικές φιγούρες έλιωναν
και χάραζαν δρόµους µαγνητών.
Από πάντα ξέφευγαν λιγµοί
και έσερναν πράξεις.

Μαύρες σκέψεις τριγυρνούσαν
και αποκτούσαν ένυλες µορφές.
Τελειωτικά σκορπίζονταν σώψυχα
και έστελναν µαθήµατα σωρού.

Ευτυχισµένες κατάρες αιωρούνταν
και άδειαζαν ψυχές απόρων.
Στατιστικά οδηγούσαν έδρες
και µαδούσαν ιδέες.

Τι κι αν συνέβη το µέγα;
µυστήριο καλύπτει το πνεύµα.

Σπασµοί Α’

1.
Δευτερόλεπτα κυλούσαν
κι έχανες µνήµες.
Κοιλάδα σπασµών.
Δεν ταίριαζε το µέσα
χωρίς την αποκάλυψη.

2.
Σφετερισµοί λούζονταν
στο φώς πούχες.
Στροβιλισµοί σπασµών.
Δεν µ’ άγγιζε η γεύση
χωρίς την απουσία.

3.
Αστεία γυρνούσαν
παντού στα βάθη σου.
Κι όµως σπασµοί.
Δεν έγλυφα τύψεις
χωρίς τα χάδια.

4.
Κι αν έδινες ορισµούς
έπαιρνες οδηγίες χάρης.
Σπασµοί! Σπασµοί!
Δεν έπαυα τυχαία
χωρίς τα ίσως σου.

Σπασµοί Β’

1.
Ευκολίες παράγονταν
στους µατωµένους όρους σου.
Πόσοι σπασµοί;
Όσοι και οι αίθριες
ανυπέρβλητες δίκες.

2.
Χαµόγελα δίνονταν
κάτω από την αύρα σου.
Φλεγόµενοι σπασµοί.
Έπλενα την όψη
µε τα ίσα-ίσα σου.

3.
Τί κι αν υπάρχει κάτι
στο τίποτα που δίνεται;
Εσένα θέλω. Σπασµός.
Έφερνα κάλπικες τάσεις
ορατών συναισθηµάτων.

4.
Δέν έστελνα άνοστα·
χάρισες κάτι πούλειπε.
Ανοίγµατα· βροχές.
Σπασµοί,
έτσι µ’ ένα όχι.

Λες και πήγαινα, καλυτέρευε το µέλλον
κυριεύοντας τα αν και πως του τώρα.
Χάσµατα ένωναν το ακλόνητο βέβαια
και χειροτέρευε το παρόν σαν θρίαµβος.
Ορµητήρια περίοπτων ατµών
έζωναν την αγέρωχη ψυχή σου.

Λες και κουβαλούσα, µνηµονεύονταν η θάλασσα
απλώνοντας ενσαρκώσεις του κάποτε σαν νάταν.
Πάθη ωθούσαν την αρνητική βούληση
και ποθούσε η µέρα σαν όλεθρος.
Κελεύσµατα σωτήριας ανάµνησης
µοσχοβόλιζαν το ευλογηµένο υπάρχειν σου.

Λες και αγωνιούσα, παρατείνονταν το θέρος
αναγκάζοντας σε παραίτηση την θέληση.
Κατάγµατα πύκνωναν το αιώνιο ποτέ
και στέρευε η µαταιότητα σαν ενοχή.
Περιέργιες δρασκελισµένων οχετών
άναβαν το φαεινό έµβληµά σου.

Λες και προωθούσα, ξεχύλιζε το είναι
παραµαζεύοντας την ανοχή των πάντων.
Λυγµοί παρέδειναν ευοίωνες στρώσεις άγχους
και άνοιγε διάπλατα το ανύπαρκτο σαν εύρηµα.
Σπινθηρισµοί ανυπέρβλητων θαυµάτων
καταλάγιαζαν την γλύκα των εγώ σου.

Κυλούσαν οι λέξεις σαν περίγραµµα υγρού
δίνοντας καύσεις άχαρων παραµέτρων εαυτού.
Έτσι, όργωνες την σκέψη µου σαν επίµετρο αµάθειας.

Παραληρούσαν οι σκέψεις σαν εκχυλίσµατα
σκορπώντας εναέριες σκοπιµότητες αµβλυµένης ουσίας.
Ύφος πουλούσες στα στάσιµα του καλύτερου τάχα.

Σπαρταρούσαν οι πράξεις των έντονων πόθων
καθαρίζοντας οτιδήποτε που έχανε εσωτερικότητα.
Απλά, έβρισκες την ευκαιρία εισβολής.

Χαλάρωναν τα πάντα σαν τίποτε στο κάτι
έχοντας βλέψεις στο “εσένα θέλω”.
Βούισµα· στέρηµα· κατατρώπωση· ΕΣΥ.

Κι αν έλειπε η οχλαγωγία των “έτσι θέλω”
αντίκρυζα την ενδελέχια των ασµάτων.
Προτείνονταν η απουσία κορυφής.

Στηρίχτηκες στην ογκώδη µετάλλαξη
παριστάνοντας τον ανανεωµένο πόρο του δέρµατος.
Καλύπτονταν οι µάχες του άπειρου κάλλους.

Μού ‘λειπε η κατακραυγή των πάντων
κι έδειχνες συµπάθεια στο άπατο σούρουπο.
Παράπαιαν τα σύµπαντα στη µέση του πουθενά.

Κι αν µούδιαζε η άποψη του καλύτερου
ένοιωθα τους ανέµους της γαλήνης.
Υπερυψούνταν οι κρυφές χαρές.

Παρέτεινες τον θάνατο του ενός
σκαλίζοντας πρέπουσες συνήθειες· αβασάνιστα.
Εθελοτυφλούσαν τα όργανα του βάθους.

Μ’ έδενε συνέχεια ο άλυτος κόµπος
και παρουσίαζες στάχτες συρφετού.
Γύριζε η άυλη παρακµή του έχω.

Τι να πω;

Η ευελιξία καθήλωνε τα πάντα
κι έζωναν τα φίδια τα µεράκια.
Λησµονηµένες παράµετροι εύηχων καλαµιών
τρύπωναν και άπλωναν την ασθµαίνουσα όψη σου.

Περίοπτη θέση αρκούσε για την παρηγοριά
σκάβοντας την έλξη των αµιγών κόπων.
Πεπερασµένα σύνολα οργισµένων κατηγοριών
ωθούσαν και σπήλωναν το οργισµένο άσε σου.

Κι όµως άντεχες την άσπιλη παράταση
εννοώντας το αγέρωχο και simile ίσον.

Ο όµηρος έπλενε µόρια θανάτου
κι άφηναν ιαχές τα νώτα.
Κουκουλιασµένες ελπίδες άνυδρων θέλω
καµπούριαζαν και έστρωναν το κάτι σου.

Βασανισµένοι σκελετοί κραττούσαν τα ηνία
δίνοντας υποσχέσεις άνοµης κατάκτησης.
Θολές ευχές καλλίγραµµων όποτε
πατούσαν και άφηναν άδειο το ας είναι σου.

Κι όµως όριζες το απίστευτο πιστεύω
καλώντας την έρηµη και πάνοπλη αιτία.

Εξαιτίας των απέραντων αθλιοτήτων
µάζεψες την µαγεία των όρθρων.
Χτύπησε η άγρια αναµονή το στερέωµα.
Κάλυψε το σταθερό την θλιµµένη αύρα.

Σαν ένα άγριο “παραµένοντας”
πρόσφερες όσα κι αν µάγευες, ελπίζω.
Ακολούθησε καταχνιά κορυφαίων αγωνιών.
Στήθηκε η απουσία µέσα στην παγίωση.

Σκάλιζε το “εννοώ” την αίγλη·
όρισε κάτι που δεν αργεί.
Χαράζοντας όρους σύµφυτων περίπου
άπλωσες την ηλιαχτίδα των οπωσδήποτε.

Καλοτύχησε η έπαρση στην άτρακτο του µάλλον.
Κόντεψε να γίνει ένα µε την αναταραχή.
Ώρες ξεψυχισµένες καταναλωµένων αύριο
µούλεγες ότι θα…

Μούσκεψες τις βλέψεις των ακάµατων όρων
σκορπώντας άχαρη ωραιότητα.
Μάσησε η εστία των µαλθακών
ορθώνοντας πηγαίους αστεϊσµούς.

Ερπύστριες κυλούσαν στις φλέβες
σαν νάταν ανυπέρβλητες στάσεις.
Κολλούσαν ανήµπορες ελπίδες
µ’ ένα τίποτα γευόµενο µε κάτι.

Ολοένα άρπαζαν ευτέλειες
σαν ένα καρπερό πολύτευχο τάµα.
Τραβούσαν άγνοιες σπαραγµών
σ’ ένα κατακαµωµένο περίβληµα.

Μπορώ µάτωναν στα µεθεόρτια
σαν κουκουνάρια πυρκαγιάς.
Στίλβωναν στιλπνά ίσως
µε γεµάτα τα σαγώνια τους.

Κάθε τόσο εύρισκαν την άκρη
σαν κάτι που κινείται ατέρµονα.
Καθήλωσαν ώσπου σαν αέρια
χωρίς ένα, µ’ ένα, σαν.

Απελπισία σταύρωνε την αιτία
σαν ναυτικό σήµα, ύπουλο.
Σαν ένα το κανένα µπόρεσε
σκαλίζοντας επάλξεις αναστεναγµών.

Συµβάσεις συνήψαν οι έγνοιες και λύγισαν.
Ολικά οδηγούσαν στην ολόµαυρη άποψη
και άνοιγαν πήχεις κάλλους αρόσµενου.
Τι κι αν έγερνες στην άνοιξη της ώθησης;

Εννοούνταν συµβάσεις ευτελούς αυταρέσκειας.
Λέρωναν την ογκώδη παροικία των ιαχών,
ποθώντας περίπου ίσα ανοίγµατα ταγών.
Πώς µπορούσες τα αποπνέοντα ινδάλµατα;

Δυσοσµία συµβάσεων παρήγαγαν λαχτάρες
έµφυτα διακοσµηµένες µε πράξεις αλιγάτορα
και δίναν υποσχέσεις όµορφων στιγµών.
Ποιά λατρεία έδειχνες στο κάτι του καθόλου;

Ξερνούσαν συµβάσεις οι φαινοµενικές καινοτοµίες.
Καλούσαν σε εξέγερση χασµάτων
και δεν πίστευαν στον χαρµόσυνο πυρετό.
Γιατί όργωνες ολοκαυτώµατα απελπισίας;

Επέπλεαν ούριες συµβιβασµένες συµβάσεις.
Παγωµένα κάλυπταν τα στριφώµατα των καρφιών,
χωρίς ντροπαλές ίντριγκες τσακαλιών.
Πες· πάντα είχες ένα όπλο τορναδόρου;

Σκορπίστηκε η µόλυνση των αστείρευτων ολοτήτων
κι έχασκε το δάκρυ σαν άδική παρέα,
δίνοντας ευκαιρία χωρίς ουσία.

Συνήθεια.

Καταλαβαίνοντας την κατάληψη των αισθηµάτων
ολονύχτιες προσφορές µάγκωναν στο ούτε-πότε,
χαρίζοντας υποσχέσεις αέναων πρέπει.

Έστελνες τα σκόρπια θραύσµατα των εγωισµών
και πονούσαν οι ένστολες παραστάσεις,
που είχαν τυπωθεί σε σµήγµα άναυδα.

Συνήθεια.

Παρίστανες ανέµελη χαρισµένη φαρέτρα,
που άνοιξε πύλες ολέθριων ισχυρισµών.
Κοντεύοντας, υπήρξες…

Στρίµωχνες αιτίες ουρανίων σωµάτων,
χαλώντας ιπτάµενους ασκούς του αιόλου,
πορευόµενη πριν τα πρώτα.

Συνήθεια.

Υπέβοσκε το άλγος της ποθητής πλώρης
κι άγγιζε η ύπαρξη το ολοένα κάποτε,
τραβώντας αστείρευτες αισθήσεις πτώσης.

Συνήθεια.

Στέριωναν τα άπαντα της ενιαίας όψης
ελαχιστοποιώντας τον διασυρµό της απαλής αλήθειας.
Σκούριαζε η άποψη.

Παλινδροµούσες άνετα στην ανηφόρα των πεποιθήσεων
αγγίζοντας στιβαρές εκπλήξεις σταµατηµάτων.
Στρίγγλιζε η άποψη.

Δανείζονταν ισχύουσες καταιγίδες
βεβηλώνοντας την άπλετη έννοια του µηδενός.
Μαθήτευες στην άκρη του γκρεµού
κρύβοντας παλάµες κορεσµού.
Γρύλιζε η άποψη.

Νοηµατοδοτούνταν οι αναίσχυντες παρυφές του έχω
χαλαλίζοντας το είναι έως το οπωσδήποτε.
Άποψη.

Πυρπολούνταν οι ευχετήριες αναµνήσεις
δηλώνοντας παράξενες καταγκρεµισµένες αορτές.
Κυλούσε η άποψη.

Δεν µπορούσες την καληµέρα του παντοτινού
στερεώνοντας όπως-όπως την ανεµοδούρα.
Γλύστρησε η άποψη.

Αλόβητες βάσεις στερεότυπων
καύχηµα έγιναν βασανισµών
προσβλέποντας στην άπειρη γνώση
µε µία λανθάνουσα ελπίδα.

Ο εγκλεισµός αποτέλεσε τύπο
ωραιοποιώντας τις συνθήκες τρίτων.
Στέρεψες απόψεων καλώντας βοήθεια
τόσο που απεύφευγες την άνεση.

Οφθαλµαπάτες οάσεων προσπερνούσαν
κατάσαρκα, δίνοντας αοριστίες,
κουνώντας ενστερνισµούς στα ρηχά,
σαν µία επιβεβληµένη συνέπεια.

Ο εγκλεισµός υπεράσπισε κάτι στο τίποτε
παραδέρνοντας στην άντληση του εσύ.
Προέβλεπες σταράτες ενέργειες
τόσο που γλύτωνες την έφεση.

Γύρω-γύρω οδήγησες το µέσα
σαν πίστη του άλλοτε στο…

Καλόπιανες το κέντρο του παράλογου
εντρυφώντας σε όρια ορίων.
Έπεφτε η απροκάλυπτη υποδοχή στο ένα,
όπου γελούσες σπαραξικάρδια.
Τίποτα δεν έσµιγε µε τα πνεύµατα.

Συγύριζες την αόρατη φλόγα της απάτης
στρέφοντας την πτώση κάπου ανάµεσα.
Στόχευε το άπαξ στην αόριστη φλεγµονή,
τώρα πού ‘χανες το είδωλο.

Σηµάδευες την ενότητα της πειθούς
γέρνοντας εγκάρδια στην ανυπαρξία.
Κυρίευε η λαχτάρα το ξέφωτο,
τόσο που άγγιζες το ευκταίο.
Ψυχή στράγγιζε την ύλη.

Φαεινές ιδέες στάθµευαν στον εγκέφαλο.
Ακινησία σκαρφιζόσουν µε δυό κουβέντες.
Η πηγή της αναδίπλωσης των αιτίων
σκάλωνε µέσα στο καύχηµα.
Ούτε µπορούσαν να φανταστούν…

Σάπιες αποδείξεις έσπερναν τρόµο.
Έντονα άδειαζες τον κούφιο δρόµο.
Η κόψη των λέξεων της άρνησης
έπαιζε πάνω στην σκίαση.
Δεν άφηναν να φανούν…

Κενά κάγκελα παίνευαν την χρήση.
Άτσαλα-θαυµάσια άνοιγες πράξεις.
Ο νους του δαµασµένου µήπως
θέριζε όπου των αµίµητων θα.
Ποτέ δεν άξιζαν για να…

Καλοσυνάτες έχθρες κυλούσαν στ’ απόνερα.
Παγίδες χάριζες σαν τα µελίσµατα.
Τα άστρα των λαβωµένων ενοχών
πάσχιζαν έως το πάντοτε.
Πώς να υποψιαζόταν ποτέ;

Ευκολοπίστευες στα άχραντα πάντα
πασχίζοντας στην ακρόαση του εύγε.
Διέσχιζαν άκρες πολύχρωµων στάσεων
πισωγυρνώντας στο άλλοτε της ελπίδας.
Ουραγός ήταν η θέλησή σου,
σκίζοντας το µαταιωµένο πνεύµα.

Ασκήτευες στο όχι µε µανία καλού
χαραµίζοντας την όαση του κενού.
Διαχώριζαν πλευρές άοσµων παλµών
κατερώντας τα σαλέµατα του καηµού.
Άρπαγας ήταν ο σπαραγµός σου,
διαλύοντας την άσπονδη χαραυγή.

Ήθελες καυτή συνήθεια τον θάνατο
περιδιαβαίνοντας στο χείλος των καρπών.
Δάκρυζαν αίσια σφετεριζόµενα όρνεα
κραδαίνοντας όσα κι άν υπέφεραν.
Τιµωρία ήταν η θέλησή σου,
στρίβοντας στα ονειρώδη µήπως.

Ενδοτριβούσες στην ανελέητη σκέψη
βαδίζοντας στο ευνοϊκό περίγραµµα.
Ανέλυαν ασταµάτητα σκόνες επικοινωνίας
διαλύοντας επιµέρους καλοστρωµένες αιχµές.
Καλοσύνη ήταν η θέλησή σου,
ό,τι κι άν έγινε, γίνει, θα γίνει.

Κέλυφος άγνοιας κάλυπτε τα πάντα.
Ολιγορούσαν οι λαχτάρες σαν τρυπάνια,
προσφέροντας απορίες επισκέψηµων κακών.

Κέλυφος υπόνοιας αντηχούσε την απλότητα.
Λαµποκοπούσαν τα πάρα-πολύ σαν τραύµα,
κατηγορώντας ουσίες καλυµµένων ωδών.

Κέλυφος αορτής πρόσφερε το τίποτα.
Απορούσαν τα είναι σαν κεραυνοί,
χτυπώντας υποσχέσεις ασταµάτητων επαφών.

Στέρευε το κέλυφος.

Κέλυφος µνήµης εισχωρούσε στην τάξη.
Άστραφταν τα πάραυτα σαν πορίσµατα,
καλλιεργώντας νεφελώµατα οικίων οδυρµών.

Έτσι ήταν το κέλυφος.

Απανωτά µού ‘λεγες κινήµατα προβλέψεων
και έδειχνες µάχη ακλόνητη στα σίγουρα κάλη.
Τόσα, όσα και η απορία πού ‘λεγες.
Μα!!!

Αλυσίδες άπλωνες κι έκαιγες πρύµνα.

Περίοπτη θέση κατείχαν τα θέλω κάτι
τα θέλω…

Χαλούσαν τ’ απανωτά ολοτήτων
προσκυνώντας την χάρη του τίποτε-ποτέ.
Πώς να προσπερνούσα το αλύγιστο;

Απανωτά µού ‘στελνες χάος τετριµµένων
και οδηγούσες τα µέλη άφοβα.
Όσα κι όσα δεν ήταν κοντα.
Ε!!!

Αυταρέσκειες δήλωνες και άπλωνες σπηλιές.
Ολογράµµατα γυρνούσαν στο εσένα
εσένα θέλω…

Σκάλωναν τα απανωτά περί σού
αναµασώντας το αύριο στον µόχθο.
Απανωτά· µόνο.

Περιούσια ίχνη βαρβαροτήτων
βαριανάσαιναν στο περήφανο ορµητήριο
ολισθαίνοντας στην µύτη του εαυτού.

Έλεγες µέθυσες κουβέντες
που εισχωρούσαν αβίαστα
κρατώντας ολονύχτιες ευσέβειες.

Καλλίγραµµα παράπονα πλήθους
παραιτούνταν από την διαλεκτική ταινία
παρακαλώντας το άστατο της οντότητας.

Έδειχνες παράταιρες υπόνοιες
καθώς ζαλίζονταν µε σθένος
αναµασώντας αναίσθητα πάθη.

Παραµιλητά ωραίων υποβολέων
κουράζονταν στα απύθµενα θέλγητρα
παραµαζεύοντας την εύκολη λεία.

Αρίθµιζες µάζες σκαπανέων
όπως κι άν έβρισκαν κάτι
διανύοντας απερίγραπτες αντανακλάσεις.

Στεραίωνες ακίδες στόχων
επί παντός κάποιου τυχαίου
στρίβοντας όνειδος ατελειών.

Περίβληµα

Ενδοσκοπούσες παράλληλες καταστάσεις
και τρυγούσες καλύτερα χθές,
ώσπου καταρρακώθηκαν οι πτυχές.
Βεβαιότητες.

Άφηνες να φανεί το ήδη φανερό
και ψέλιζες απαλά αύριο,
που έτρωγαν την σηµερινή σπονδή.
Ανετότητες.

Σκοτείνιαζες την ψυχή των εφήµερων
και ολοκλήρωνες επιµέρους περίβληµα,
αν και σάστιζαν τα παρόντα.
Παρουσίες.

Αδηµονούσες στην επιπόλαιη προσµονή
και εστίαζες κόκκους περιοχών.
Πώς και πότε;
Άγνωστο.

Μούλεγες εγκόλπια σταθεροτήτων,
µαρµαρωµένων, αναλέητων υπεκφυγών.

Μούλεγες ανάµατα καλοσύνης,
σκόρπιων, επιταγµένων αλλαγών.

Κι άν µπορούσες ίδρωνες και πάλι,
ξεφεύγοντας στα εσώκλειστα όνειρά σου.

Μούλεγες περιφορές άστρων,
καλύπτοντας καθαρούς άδειους τόπους.

Μούλεγες ήθη επιχρυσωµένων,
σακατεµένων, ποθούµενων αναβρασµών.

Κι άν στέριωνες ανάσαινες και πάλι,
χαρίζοντας τις απίστευες δυνάµεις σου.

Κι άν στήριζες το ταλαντευµένο είναι,
τότε που µαταίωνες το ανοιχτό,
ανάβλυζες και πάλι,
ευνοώντας την άποψη του σαν τάχα νάταν…

Κινδύνευαν τα υπέροχα κακοτόπια
βαθαίνοντας το ρήγµα της ένωσης.
Δεν πρόσµενες την αυτοτέλεια.

Ηχούσαν οι ανέλπιστες καταπτώσεις
σκληραίνοντας το πέσιµο της µακαριότητας.
Δεν έσβηνες την ανεπάρκεια.

Οργίαζαν οι ασέληνες παραφυάδες
τυλίγοντας την άχνη του επιτιθέµενου.
Δεν µάλωνες την µιζέρια.

Παραµόνευαν οι άσπιλες ηθικότητες
ταράσσοντας την γαλήνια αγωνία.
Παγίωνες ανίερες απαξιώσεις.

Μαράζωναν τα θέλω τα δικά σου
ανεµίζοντας εταιρότητες όντων.
Δεν φτερούγιζες την ανεµελιά.

Παραστρατούσαν οι σκέψεις οι δικές σου
αντικρίζοντας αντινοµίες τελειοτήτων.
Παρατηρούσες αλησµόνητες ανταύγειες.

Δεν άντεχες την πίεση του υπέροχου
λαχταρώντας την συντριβή στην τάξη.
Ερµητικά.

Έσπερνες αέρινους γάργαρους πιστευτές
ωθώντας το έρισµα στην πολυπόθητη ακµή.
Συγκάλυψη θέσπιζες.
Ακατάπαυστα.

Έσερνες παράταιρες λέξεις ορθού λόγου
τραβώντας το µαστόρεµα στο κίβδηλο υπαρκτό.
Συγκάλυπτες θεσπέσια.
Αταλάντευτα.

Παρέσερνες εντάλµατα στα κάλλη της αιτιότητας
τσαλαβουτώντας κάτι µε παθήµατα γεµάτο.
Συγκάλυψες συγκαταβάσεις.
Απαρέγκλιτα.

Παγίδευες προσωρινούς περήφανους γνώστες
καλοκοιτάζοντας πασίγνωστες ιαχές βεβαιοτήτων.
Συγκάλυπτες απαράµιλλα.
Ασυναγώνιστα.

Αναµασούσες γευστικούς οµοιογενείς όρους
καταµαδώντας τα πλανέµατα στην ορθότητα.
Συγκάλυψη στήριζες.
Αδιόρατα.

Περιέφερες µοιρασµένα χαρτιά ισοτιµίας
τιαριάζοντας τίποτε µε εµβληµατικότητα.
Συγκάλυπτες υπέροχα.
Ανίατα.

Δεν άφηνες την ευχή των εµπορεύσιµων
αδηµονία εκφράζοντας.
Θλίψη συγκαλυµµένη.

Με το θάρρος της γνώµης σου έκλεψες τον παράδεισο
φιλοξενώντας την αχαλίνωτη βόλεψη.
Έντροµες υπερβολές, αναίτια ολογράµµατα,
παριστάµενες ύβρεις, εξυπηρετούσαν.

Υπερέβαλες εαυτόν, καταγίνοντας µε το φτιάξιµο
αναβλύζοντας υπέροχες κόγχες στέρησης.
Αντιµαχόµενες υπερβολές, καθαρές θλίψεις,
σκονισµένες ουσίες, έστηναν καρτέρι.

Με την άκρη των µατιών σου χάριζες ύπαρξη
διακοµίζοντας τον απερίσκεπτο πόθο.
Υπογεγραµµένες υπερβολές, κατσιασµένα τίποτα,
υποσχόµενα κάτι, πέταγαν.

Αυταπαρνιόσουν, υπολογίζοντας το άπειρο
ξεµακραίνοντας πολλές ανίες κτήσης.
Επίδοξες υπερβολές, τολµηρά δράµατα,
περήφανες κακουχίες, πάλευαν νυχθηµερόν.

Θάρρος, γνώµη, παράδεισος, θλίψη,
ύβρις…
Υπερβολές.

Παρεισφρέοντας στο λάθος έγνεψες σωστά
αγγίζοντας παραστάσεις απαθούς υποταγής.
Σκορπούσαν τα δακρυσµένα πάραυτα όντα.

Δεν τόλµησες στην ανείπωτη σταθερότητά σου
πολεµώντας την χάρη των επίγειων στιγµών.
Αναστέναζαν οι όχθες της σκέψης.

Λέγοντάς µου έννοιες ακατάληπτης ευδαιµονίας
παρουσίαζες βλάσφηµες σιγουριές.
Παραληρούσαν παρασιτκά οι αλήθειες.

Δεν απέκτησες ορθότητα αστάθειας
καταφεύγοντας στο παρασιτικό “είµαι”.
Οργίαζαν τα δόντια της αλήθειας.

Σταχυολογόντας τα αµέριµνα πάθη συγύριζες άριστα
προσµένοντας το σίγουρο της αεικίνητης ενότητας.
Παραφέρονταν οι άκρες της ουσίας της ύλης.

Δεν λησµόνησες ποτέ την λεγόµενη ευτυχία σου
κατευνάζοντας το µηδαµινό της καλοτυχίας.
Πίστευαν στην πίστη.

Κι όµως· Τέχνη.

Τέχνη πουλούσες όπως όλοι
παρερµηνεύοντας την απελπισία ως λάθος.

Τόσες φορές ελπίδα επί τόσο
έδινε µαύρα ανεκτίµητα συµπλέγµατα,
όσο και η διαίρεση µε το µηδέν.

Άπειρο δια κάτι στο τετράγωνο
απέδιδε καρπούς ιπταµένων αντικειµένων,
όσο και η προσαύξηση στις εκπτώσεις.

Εµπειρία συν ταξίδεµα στην όαση
ίσιωνε τους ώµους των τικάτων,
όσο και η άνοστη τετραγωνική ρίζα.

Πολλαπλασιασµένο το αντ’ αυτού
δίνει κάλπικες υποσχέσεις νικών,
όσο το νέφος πάνω στην αθροισµένη ήττα.

Παρόλα αυτά κατηγορούσες το χθές
σαν πράξη ακεραίων αριθµών,
όσο κι άν ράγιζαν τα δεκαδικά τους.

Ενηµέρωνες το υπαρκτό άνοιγµα στο πουθενά.
Δεν ήθελες την ησυχία του τραγικού,
ανεµίζοντας χαρές ύπουλης επανάπαυσης.
Αταίριαστες παραστάσεις καίριων πράξεων,
κατασκευασµένες εµπύρετες εύνοιες ηχούσαν κάπως.

Αναµόχλευες την καταλαγιασµένη αντοχή.
Δεν ποθούσες το ήρεµο της δύναµης,
αντανακλώντας είδωλα πανικόβλητης περιπτωσιολογίας.
Ενοχληµένες αντανακλάσεις κάτισχνης ύπαρξης,
ψυχρές και δόλιες σιγουριές παρήγαγαν έργο.

Θεµελίωνες το δικαίωµα της ανταµοιβής.
Δεν λαχταρούσες το ουράνιο θέλω της θέλησης,
λοξοκοιτάζοντας παροχές υπηρεσιών άνεσης.
Παρεξηγηµένες επιστασίες στρωµένων αντιστάσεων,
καλοστηµένες και ταραγµένες εντολές σκότωναν έτσι.

Ατένιζες την συντετριµµένη ανταλλαγή στο βέβαιο.
Δεν εστίαζες στα χαρωπά κάλλη της ανυπαρξίας,
κουράζοντας τα ανέµελα –υποτίθεται- αγαθά.
Κατατρεγµένες εικονικές αστειότητες,
παγερές και έρηµες υποσχέσεις δείλιαζαν.

Σταύρωνες γλυκά την πιστοποποίηση του αύριο.
Δεν εντόπιζες το υστέρηµα της υπεροψίας,
χαραµίζοντας καταστροφικές τάσεις.
Ύπουλοι τραυµατισµοί του απαραίτητου,
κατακρεουργηµένες και ανίερες ευχές παράδερναν.

Αναίτια κυλούσαν τα απαξιωτικά χαµόγελα
δίνοντας οσµές καθαρών απογνώσεων.
Σταµατούσε η ελπίδα ανταγωνιστικά.

Αναµασούσες αναίτια λέξεις πόθου για αιτία,
καθώς έπρεπε να συµβαδίζεις µε το ηλιοβασίλεµα.

Αναίτια καλοσύνευαν τα µατωµένα χείλη
προσφέροντας επαφές στη γνώση της άγνοιας.
Κατηφόριζε η πεµπτουσία αλύπητα.

Βασάνιζες αναίτια σκέψεις λόγω αιτίας,
υπό την ευρηµατική λύση της ανάτασης.

Αναίτια στηνόντουσαν χάρες και χαρές
χαρίζοντας εικασίες ολόγυµνων λυγµών.
Πάσχιζε το κάτι υπεροπτικά.

Λάδωνες αναίτια µαρµάρινα γλυπτά αιτίας,
όπως όφειλες να παρατρέχεις µε τους γλάρους.

Αναίτια αιτούσαν οι αιτίες·
γιατί; ρωτούσες διαρκώς ανέµελα.

Ονόµατα, παρατραβηγµένα και λειψά
παρατάσσονταν άτακτα στη µνήµη.
Νοήµατα, σκόρπια και θεµελιώδη πετούσαν.

Ίχνη στρέβλωσης, αόρατα και έντονα
υποτάσσονταν έτσι απλά στην έπαρση.
Ισχύουσες παράµετροι, άσκοπες δήλωναν…

Μάζες, διάτρητες και πληγωµένες
βολόδερναν µεστά στο χάος.
Χαρίσµατα, πεθαµένα και ήρεµα ναυάγιζαν.

Αντιπερισπασµοί, αιµόφυρτοι και στρυφνοί
γέµιζαν παροδικά την τελειότητα.
Πρόσωπα, ανώφελα και πειστικά παρηγορούσαν.

Ερώτηµα; Ουδέν. Εσύ;

Σπινθήριζαν οι ατέλειωτες κουβέντες
της καθηµερινότητας που άγγιζες.
Στόχευαν στο µυστηριώδες υπαρκτό τότε που,
υποσχόµενες µοσχοβολιές αστείρευτες.

Στελέχωνες την ουσιαστική διαύγεια
των ανυπέρβλητων εγώ σου παράγοντας,
διατηρώντας και ανεµίζοντας ευγένεια.

Αστραποβολούσαν οι αιχµηρές πενιχρότητες
του ασύγκρητου που χάιδευες.
Αγκυροβολούσαν στα χαοτικά ενταύθα κείται
διαµαρτυρόµενες µε απαιτητικές λιακάδες.

Παρίστανες την ευλογηµένη ταραχή
του απερίσπαστου εαυτού σου λικνίζοντας,
ξεφωνώντας και παρασέρνοντας συσπάσεις.

Παραθέριζαν τα αµείλικτα πάντοτε
του ολοήµερου ατυχήµατος που πρόσφερες.
Εντόπιζαν το καλύτερο αύριο του σήµερα,
ανταλλάσσοντας τις εντάσεις µε σπανιότητα.

Δεν ολιγωρούσες αγορεύοντας ανούσια,
παρά, κρεµούσες καλοσύνες για την αλεπού.

Φθείρονται τα γέλια κι ανατριχιάζω,
ενστερνιζόµενος το βλέµµα της πειθούς.
Σκαµπανευάσµατα ηχούς παραπλανούν.

Δοκιµάζεται η αθλιότητα και ντρέποµαι,
καλυµµένος µε στρώσεις παστρικών σκέψεων.
Ολοκαίνουργια κουκούλια βαρυγνωµούν.

Πασαλείβονται οι ανάγκες και αγαναχτώ,
αναλογιζόµενος την άνοιξη των τριγµών.
Ασταµάτητα τείνουν “χείρα βοηθείας”.

Φωτίζονται τα µατόκλαδα και παραληρώ,
αναλογιζόµενος την αποκλεισµένη διάρκεια.
Αµαχητί παραδίνονται τα σήµερα.

Γυαλίζουν οι όψεις και λατρεύω,
παρηγορηµένος από το υπόλοιπο.

Παραπέµπουν οι αναστεναγµοί και…

Εσύ, δεν έλειπες!

Αθώο ταίριασµα λέξεων ταίριαζες
µε µιά τάχα περίσσια σκέψη.
Κάτω απ’ τις γραµµές διάβαζα ανάσες.
Μα έβλεπα τάσεις επιστροφής; ‘Η;…

Περίτεχνες εκφράσεις ήταν η έκφρασή σου
σαν οδηγοί ξεσκέπαστων τροχοφόρων.
Καθαρά, έλουζες φως την αχτίδα σκόνης.

Περίπαθο βλέµµα έστελνες ασταµάτητα
µε µία περίπου αγνή πρόθεση.
Κάτω απ’ τις µατιές αναγνώριζα ελπίδες.
Διέκρινα µεγάλη αγκαλιά; Ή;…

Ισχυρότατες παύσεις ήταν η σιωπή σου
σαν µαχαιρωµένοι άβγαλτοι κρίνοι.
Ολοφάνερα, πετούσες ασηµόσκονη.

Τσακισµένο εγώ προτάσσονταν ξεκάθαρα
σαν µιά ολόκαρδη άγνοια,
Όπου κοιτούσα άγγιζα αγάπη.
Υπολόγιζα σωστά τα αέρινα; Ή;…

Συναισθήµατα έλουζαν µε χάρη το αχανές.
Περιποιόσουν την ευνοµία χειρονοµώντας,
ώσπου στέρεψε η µνήµη από φώς.

Φανταχτερές πυγολαµπίδες χάραζαν τη νύχτα.
Έφερνες τη µοίρα στα όρια παλεύοντας,
έτσι σαν ηλιοκαµένη µαργαρίτα..

Αποκλεισµοί άνοιγαν διέξοδο στην παραίτηση.
Παράτεινες την αγωνία λοξοκοιτώντας,
περίπου σαν µεσονύχτια ταραχή.

Ολόφωτες ανοιχτωσιές δηµιουργούσαν φράχτες.
Μύριζες το δάκρυ πανηγυρίζοντας,
αφήνοντας δροσιά εναγκαλισµού.

Παροµοιώσεις σταµατούσαν το υπέροχο γέλιο.
Έβαζες φρένο στην απίστευτη διαµάχη,
χαρίζοντας, αναφερόµενη στην χαρά σου.

Αξεπέραστα σήµατα λαµπύριζαν ευλαβικά.
Πηγή, ρίζα, παν.

Επικοινωνιακή περίπτυξη άγγιζε την επιστροφή!
Αντανακλούσες την γλυκιά σου φωνή
πάνω σε τζάµι· όχι σε γυαλί.
Μήπως διαφορετικά θάταν παράδοση;

Ευθυτενής ουσία περιδιάβαινε το “σταθµεύω”!
Μαθήτευες αχαλίνωτα στην περίπτωση
κοντά στο πλήθος· όχι στον όχλο.
Μήπως αλλιώς θάταν κατάσταση;

Ενηµερωµένη ανταύγεια σκόρπιζε το ενδιαφέρον!
Ανέµιζες το υπέροχο είναι σου
στα άδολα συναισθήµατα· όχι στο συµφέρον.
Μήπως έτσι θάταν πάθηµα;

Ευτυχισµένη πρόταση ευνοούσε το µέλλον!
Χάιδευες το κορεσµένο από οµορφιά πάθος
περίπου στην άνοιξη· όχι στ’ ανοίγµατα.
Χωρίς µήπως.

Ευνοϊκή ρύθµιση προσέγγιζε το αστείρευτο!
Κατοχύρωνες το απίστευτο ονειρικό σου θέλω
µέσα στα χαρίσµατα πούχες· ανελλιπώς.
Πώς αλλιώς θα υπήρχαν τα µήπως.

Επιµελείς, ολοστρόγγυλες φράσεις σταµατούσαν
στο τέσσερα· µετά ξανάρχιζαν στο πέντε.
Κι όµως δάκρυζες µε τ’ ασύµµετρα.

Φράσεις µηδαµινής αξίας προσέγγιζαν την
τελειότητα· τελειώνοντας επέµεναν στο είναι τους.
Τις ακύρωνες αµαυρώνοντας το τέλειο.

Σταθερότητες περιδιάβαιναν τις φράσεις
ζητώντας καλούπια· υπήρχαν;
Καµάρωνες την σταθερή αξία σου ακαλούπωτα· εύγε!

Πηγαίες τάσεις παρίσταναν τις φράσεις
αµέριµνα· αφού, κι’ εσύ, δεν ολιγορούσες.
Η τάση σου ήταν µία και µοναδική…

Δοµηµένες φράσεις εξαντλούνταν στην κατάφωτη
µαγεία· µετά ξανάρχιζαν αδόµητα.
Κι’ όµως· υπερτερούσες.

Άφηνα να κυλούν τα πάντα
θέλοντας την ανάπαυλα των παρατάσεων.
Αφωνία τελµάτωνε στα σκήπτρα,
θεµελιώνοντας ορατές ηλιολουσίες.

Περίµενα να σκύψουν τα σύµπαντα
προσµένοντας το ίχνος της ασηµαντότητας.
Παραµονή έλειωνε στον βρόγχο,
υπογραµµίζοντας ασυναγώνιστη θέαση.

Αδηµονούσα να φανούν οι θέσεις
αγγίζοντας τα δάκρυα της χρήσης.
Προσοχή καρφωνόταν στα θέλγητρα,
παρέχοντας περίτεχνη υδατογραφία.

Κυλούσες αβίαστα µέσα µου σαν τα πάντα
παριστάνοντας τα αθέλητα…
καµάρωνες, παρέτεινες, πρόσεχες την ανάπαυση.

Στριφογύριζες σαν κυκεώνας στη σκέψη µου
ανταποδίδοντας καλοσυνάτα νεύµατα.

Περιφερόσουν σαν κυκλάµινο ελπίδας
µέσα στην αταίριαστη και πενιχρή χροιά,
σκορπίζοντας ύφαλους παρακµής.

Χαµογελούσες σαν περήφανη ανταµοιβή
απεµπολίζοντας κακίες κοσµικές.

Φάνταζες σαν διαµάντι στο µυαλό µου
χαράσοντας γραµµές πόθου,
µέσα στα στερηµένα αγαπήµατα.

Ράγιζες σαν πάγος στην καρδιά µου
παγώνοντας εφήµερες νύξεις.

Σπαρταρούσες σαν ίχνος νοσταλγίας
µέσα στ’ ανάρπαστα κι αρπαχτικά νιάτα,
στραγγίζοντας σταγόνες µέθης.

Φτεροκοπούσες σαν αλησµόνητη πίστη
καλουπώνοντας αγωνίες πλήθους.

Άστραπτες σαν πάθηµα του είναι µου
παραδίδοντας ολογραµµικές αιωρήσεις,,
µέσα στην ασίγαστη πορεία.

Πέταγες στα σύννεφα µπρος απ’ την µατωµένη δύση.
Σε είδα και λαχτάρησα, πεθύµησασα, νοστάλγησα,
αγγίζοντας κάτι που λάµπρυνες το είναι µου.
Προστάγµατα γέµιζαν τα πάντα γύρω µου.

Λάβωνες το επίµαχο ευχετήριο µ’ αγάπη.
Σε θαύµαζα και αδηµονούσα, αναφωνούσα, πίστευα,
αδειάζοντας το “εσένα θέλω” σαν χείµαρο µέσα µου.
Αλήθειες παρείχαν το έλεος.

Ευωδίαζες την άνοιξη πάνω απ’ όποιο όφελος.
Σε καρτερούσα και παρέπαια, παρέδιδα ανοιχτότητα,
µηδενίζοντας τη µνήµη χάριν της φρεσκάδας σου.
Επισηµότητες σκοτείνιαζαν την απαλόητα.

Χάριζες τα πάντα σε κάθε κύτταρό µου.
Το γεύτηκα και δάκρυσα, χάρηκα, λυπήθηκα,
ανυποµονώντας για όλες τις µατιές σου.
Ανύπαρκτες έννοιες τραβούσαν τον δρόµο τους.

Άγκυρα έριξε η µατιά σου στο είναι µου
και χάρηκε ασύστολα η ψυχή µου,
αφήνοντας µόχθους, βάσανα στην άκρη.
Ελπίδες µαταίωναν την πραγµατικότητα,
οµορφαίνοντας το υπέροχο…

Μετρούσα ώρες ακατάπαυστης ενέργειας
και ανασκίρτησε µε σθένος η καρδιά µου,
αντικρύζοντας ευχές, ταραχή και ουσία.
Σκαµπανεβάσµατα τριγύριζαν το µάταιο,
παινεύοντας την καλλίγραµµη πτήση.

Σκάλωσε η γεύση σου στο στόµα µου
και γέµισε λαχτάρα το µυαλό µου,
ανεµίζοντας πίκρες, αταξίες και γέλια.
Μαστορέµατα περιχαράκωναν το χάος,
αναµοχλεύοντας τα απαλά…

Αγκίστρι σφηνώθηκε στην ύπαρξή µου,
το δικό σου και µόνο αυτό.

Η θάλασσα γυάλιζε κι εσύ πατούσες στο κύµα.
Βγαίνοντας ήθελες την καθαρή όψη.
Κι όµως σε µιά εσοχή σε φίλησα.
Στο παγωτό άγγιζες τ’ άστρα, πανηγυρίζοντας.
Είµαι σίγουρος.

Ευχόµουν να εύχεσαι. Κι έτσι ήταν.
Χωρίς αντίκρυσµα, δικαιολογία ή…

Απροκάλυπτα χάιδευα τ’ όνειρο
και µακροηµέρευε το άπειρο στα χείλη µου.
Παρατηρούσα λάµψεις ονειρικές, ατελείωτες,
γευόµενος, αναστατωµένος, οδοιπόρος.

Απροκάλυπτα έσβηνα τη θλίψη
και µάγευε η ουσία τα µάτια µου.
Ατένιζα σκορπισµένες καταστάσεις υπέροχες,
πεισµένος, αναθεωρηµένος, σκιτσογράφος.

Απροκάλυπτα κάλυπτα την υπεροχή
και σκίρτηζε η σιωπή στα χέρια µου.
Άκουγα λόγια τρυφερά, ανυπέρβλητα,
καθηλωµένος, σφετεριζόµενος, πλάστης.

Απροκάλυπτα τελείωνα(;) το πάθος
και γυάλιζε η τσιµπίδα στα µαλιά σου.
Ζύγιζα υπέρβαρες νύξεις, συγκλονιστηκές,
κατακερµατισµένος, ανύπαρκτος, πεζός.

Απροκάλυπτα µύριζα τα µαξιλάρια
και µούρχονταν όλες οι σκηνές,
ποιού έργου;
Κανενός! ή Όλων!
Πάντα!

…ζαλιζόνταν κι έχαιρε ο ήλιος,
πάντα ενστερνιζόµενος ίαση απαλής
ύλης· κραδαίνοντας αυταπάρνηση, κι άλλα…
Αστραποβολούσες ούρια, κάθετα, απόλυτα.

Η ψυχή µου ταλαντεύονταν και γυάλιζε ο
γυαλός σηµαίνοντας αποδοχή ύστερης
γεύσης· ανεµίζοντας ισχνή βαρύτητα,
κι όλας…
Πρότεινες άστατα, ευδαιµονικά, ατρόµητα…

Η ψυχή µου έδινε και πότιζε ιδρώτας,
σα νάταν χαρισµένα είδωλα κορυφαίας
αναταραχής· καθαρίζοντας ύλες, και
πυγµές…

Δεν άντεχες την ολόγιορτη αστραπή,
πηγαίνοντας γυµνή στην ολική κάλυψη
του ασυνάρτητου είναι.

Έτσι, σαν κλιµατόβεργα, λιασµένη,
τυλιγµένη, ωραία.
Παρότι έγερνες στο πλάι…

Η καταστροφή ρ(λ)έει στο αίµα µου.
Στρόβιλος ή όχι· έτσι είναι.
Παρατείνεται το χάος άνετα
και παραβλέπεται η ανέχεια.

Μίζερα; ΌΧΙ.
Ακατάλυπτα; ΝΑΙ.
Εµπεριστατωµένα; ΌΧΙ.
Άναυδα; ΝΑΙ.

Το µήπως ξαναχτυπά αλύπητα.
Γιορτινό ή όχι· έτσι;
Σκορπίζεται η σκέψη ανελλειπώς
και ριγούν τα άκαµπτα είναι.

ΟΛΈΘΡΙΑ; ΌΧΙ.
Μαλθακά; ΝΑΙ.
Παρατεταµένα; ΌΧΙ.
Ασύδοτα; ΝΑΙ.

Αν προλάβουµε θα δούµε.

Φοβάµαι µη σε σπάσω
σαν εύθραστο κοχύλι.
Αγγίζω τις άκρες ακατάπαυστα
προσµένοντας ανηφοριά άκαµπτη.
Δεν ελπίζω.
Ζώ;(!)

Η υπέροχη σκλαβωτική µατιά σου
γλυστρούσε ανατριχιαστικά.

Σκοπεύω τα τσίνορα αντίθετα
υποµέοντας τον πόθο.
Σταράτα! Ίσια!
Εύκαµπτα!

Έµπνυσή µου µη µ’ αφήσεις
τόσο ευτυχισµένο.

Όλα αιωρούνται κατά πως θέλουν.
Τριγύρναγα στο επιβλαβές,
ανυπέρβλητο πέρα-ως-πέρα.
Ατελείωτα γυµνάζονταν οι µνήµες.

Αιωρούνται οι ενστάσεις κατά το καθώς πρέπει.
Εκλογίκευα τα περιαυτού,
κατακεραυνοµένος.
Εντατικά προετοιµάζονταν τα ισχύοντα.

Όλα αιωρούνται σύµφωνα µε τ’ αέρινα.
Κρυβόµουν στον παράταιρο,
ακτινοβόλο εστιασµό.
Αντανακλαστικά λειτουργούσαν(;) οι ενοχές.

Τα σύννεφα πετούσαν και γώ σπαρταρούσα.
Μού ‘λειπες µε λέξεις κούφιες, ανέµου,
αντηχώντας ονειρεµένες καταστάσεις
αιώνιες σαν το σήµερα.

Πάγωνε η ζέστη και σύ ενδοσκοπούσες.
Σού ‘στελνα µε πράξεις κοφτές, πυρετού,
παραδίνοντας παραπονιάρικες τύψεις
ιδανικές σαν το αύριο.

Τα µαλλιά σου ανέµιζαν και γώ… τί να πώ;
Μ’ έγδερνες µε κραυγές χαδιού, αιθέριες,
παρατηρώντας συµπαγείς εξάρσεις
παντοτινές σαν το αύριο.

Πονούσε το πέπλο της σιωπής και σύ µαζί του.
Σού ‘δινα µε αναστολές πάθους, τολµηρές,
προωθώντας εξουθενωτικές βλέψεις
αέναες σαν το σήµερα.